
Χτές το βράδυ ήταν σημαντικό για μένα. Δύο e-mails μου έδωσαν πολύ χαρά. Για το ένα δεν θα σας πω τίποτα άλλο πέρα ότι το περίμενα ένα μήνα, αργούσε, και είχα γράψει εκείνο το ποστ για τα νεύρα.
Το άλλο όμως… ορίστε αγαπητοί μου ακροατές, σε ανοιχτή διακαναλική sorry διαblogiκή σύνδεση (εδώ τρελάθηκε ο διορθωτής), σας παρουσιάζω το e-mail της καταπικραμένης φίλης και συναδέλφου So_far. Δεν θα σχολιάσω τίποτα, με έκανε κι έκλαψα… από τα γέλια εννοείται. Σας παρακαλώ να το βοηθήσουμε όλοι το κορίτσι.
Αγαπητή κυρία aurora* μου,
Εδώ So_Far, ναι ναι αυτή η γνωστή. Αλλά σήμερα κυρ-aurora* μου, θα ξεχάσουμε τα γνωστά και θα συναντήσουμε τον άνθρωπο. Θέλεις να βάλω και τσεμπέρι η μηχανικίνα καρριέρας; Να βάλω. Είπαμε , πάνω απ' όλα η απλότης.
Εγώ που λέτε κυρ- aurora* μου, είμαι γυναίκα καρριέρας. Μέχρι συνάντησα το Πολύκαρπο τον ντερμπεντέρη τον καραμπουζουκλή.
Τι την ήθελα εκείνο το βράδυ την ταβέρνα με τα άλλα τα ρεμάλια; Δεν καθόμανε στο σπιτάκι μου; ( ναι , καθόμανε, ένεκα ο Πολύκαρπος δεν πιάνει άλλη διάλεκτο, μιλάει ο Περαίας βλέπεις ).
Πήγαμε που λες , κυρ- aurora* μου, καθήσαμε, εγώ στεναχωριόμανε ( είπαμε τα ελληνικά του Πολύκαρπου , το λήξαμε 'νταξ; ) και λιγάκι γιατί θα τσίκνιζε ο Gucci, αλλά είπα «κομμάτια να γίνει». Ψιλοτσίμπαγα τα μεζαδάκια στη λαδόκολλα, καταριόμανε ( 'νταξ; ) την καρέκλα, έκοβα τις κουρελούδες στον τοίχο , ούτε στο χειρότερο εφιάλτη μου..
Μέχρι που έσκασε μύτη ο Πολύκαρπος, «εκτελούνται μεταφοραί», επιχειρηματίας. Αγριεύτηκα μόλις τον είδα, κυρ- aurora* μου, ήμανε και έξω από το εργοτάξιο να πιάσω το ψαρωτικό να τον στείλω αδιάβαστο να τυλίγει καλώδια και να πλέκει πουλόβερ, είχε και κάτι μελαγχολικό ( μετά κατάλαβα ότι δεν σηκώνω το μπρούσκο και βλέπω ό,τι θέλω , αλλά τι τα θέλεις; ).
Τον Πολύκαρπο κυρ- aurora* μου, τον αντιπάθησα, αλλά ξέρεις είναι εκείνες οι αντιπάθειες οι λοξές , οι περίεργες , που δεν είσαι σίγουρος.
Ο Πολύκαρπος , κάθησε στο διπλανό τραπέζι. Τα ρεμάλια στον κόσμο τους, χαζεύανε κάτι ξανθιές της πλημμύρας και της αγωνίας, ξέρεις τις γνωστές τις ξεβρασμένες από το κύμα… Εγώ βαριόμουν, οπότε άρχισε το παιχνίδι με τον αλητάμπουρα- ξέρεις εσύ , μορφωμένη γυναίκα και του κόσμου ..
Αρχίζουν και πέφτουν οι παραγγελιές, και κάτι ψωραλέα γαρύφαλλα ( τα έκοψα από δέκα κηδείες και πάνω ) , ήρθε και ζεστάθηκε το γλυκό.
'Ξινή' γυρίζει και μου λέει, 'στο αφιερώνω'… Το 'Μια κυρία στα μπουζούκια' το ξέρεις; Το ξέρεις. Εμείς 'παίξαμε το μια κυρία στην ταβέρνα του Τζιτζιρομίτζουρα', μιλάμε για την απόλυτη χλιδή.
Για να δικαιολογήσω τη θέση μου, κοινώς τα αδικαιολόγητα, θα έλεγα ότι ο Πολύκαρπος είχε τον μπρουτάλ κομπλεξισμό του παιδιού που επιμένει ντε και καλά ότι το σχολείο της ζωής είναι το πεζοδρόμιο. Το 'ριξε και στο ξερά και σκέτα, αλλά εμείς είμαστε παιδάκια που από κάτι τέτοια δε μασάνε. Διαλέγω το πιο σκοτωμένο νούμερο κινητού που έχω και του το δίνω.
'Θα σπάσουμε πλάκα' με το νούμερο . Απορία μαθηματικής λογικής, ποιο ήταν το νούμερο , εδώ σε θέλω κυρ- aurora* μου;
Μετά από δυο μέρες που έχω ξεχάσει και τον Πολύκαρπο και την ταβέρνα, χτυπάει και το τηλέφωνο.
-Πολύκαρπος
-So_Far, ακούω και στο Μήτσος.
-Από την ταβέρνα, προχτέ
-Τι μου λες; Σοβαρά; Το παιδί που έπαιζε κλαρίνο; ( λέω και εξυπνάδες, στις καλές μου )
-Ξινή, έχεις πλάκα και μου αρέσεις.
-Εγώ πάλι το έχω ξαναδεί σε ελληνική ταινία, τίποτα πιο καινούριο να μας εντυπωσιάσεις αγοράκι;
-Καφεδάκι, πότε θα πιούμε;
-Να δούμε πώς κουνιούνται οι βάρκες στην θάλασσα, χεράκι χεράκι;
-Και αυτό παίζει
Θα πρέπει να προσθέσω εδώ, κυρ- aurora* μου, ότι κατά βάση είμαι τολμηρός άνθρωπος αλλά όποτε θέλω εγώ, όχι όποτε θέλουν οι άλλοι. Τώρα συμπέσαμε.
Βρίσκομαι λοιπόν να πίνω καφέ με τον Πολύκαρπο, ο οποίος είναι σκέτη ανατριχίλα του μπρουτάλ.
Σηκώνει τον καϊμακλίδικο, με τη χάρη του γερανού όταν σηκώνει τσιμεντένιο σωλήνα, αφήνει το μικρό δαχτυλάκι να αιωρείται σαν πελεκάνος αλλά και πυξίδα, δηλαδή για να είμαι ειλικρινής, ήρθα να του πω 'ρε φίλε από πού φυσάει σήμερα;', κάνει και κάτι περίεργα με το μουστάκι και μετά αρχίζει την αναρρόφηση στο στυλ που 'ο Αχόρταγος' αδειάζει βόθρους..
Εγώ πάλι ανακάτευα τον εσπρέσσο και τον έκοβα, απορώντας με τον εαυτό μου και τις εμπνεύσεις του..
Πιάνουμε την κουβέντα της πλήξης, παιδικά χρόνια, η μάνα του νοικοκυρά, ο πατέρας στο μεροκάματο, έκανε ζέστη κι εγώ κρυώνω ένα πράγμα. Μέσα σε μισή ώρα έχω μάθει το μισό γενεαλογικό δέντρο, πόσο πάνε τα δρομολόγια , πώς φορτώνεις τα πιάνα, γιατί οι Αλβανοί δεν είναι καλοί εργάτες, το εξοχικό – φρίκη κάπου σε κάτι βουνά που βλέπεις και θάλασσα , κάτι που έπαιζε με ένα ξάδερφο και ένα οικόπεδο στη Σαλαμίνα… χαζογελούσα και έψαχνα την ευκαιρία να την κάνω, όσο πιο μπορώ ευγενικά.
Εκεί , κυρ-aurora* μου, πέφτει και η ερώτηση κεραυνός
-Πώς μαγειρεύεις τα γεμιστά;
-Τα ποια; Είχαμε περάσει στο πεδίο, άγνωστες λέξεις.
-Τα γεμιστά, ντοματούλες , πιπεριές, μελιτζάνες, κολοκύθια..
-Ξέρεις Πολύκαρπε, εγώ, δηλαδή εμένα που με βλέπεις , όπως με βλέπεις , γεμιστά δε μαγειρεύω.. Συνέχισε με πολλά άγνωστα φαγητά που ακόμα ψάχνω στα λεξικά .. και μετά πέρασε στο section b' της 'Οικιακής Οικονομίας'
-Το προσπερνώ, γιατί φαίνεσαι καλό κορίτσι ( εδώ τώρα τι του λες του γκάβακα, άκου κορίτσι, μας δουλεύουνε μου φαίνεται )
- Και τα πουκάμισα τα σιδερώνεις;
-Πολύκαρπε, αθώε μου Πολύκαρπε, εγώ βλέπω άπλυτο πουκάμισο και αλλάζω χώρα , αν καταλαβαίνεις..
-Δηλαδή, τι κάνεις στη ζωή σου
-Ομορφαίνω τον κόσμο με την ύπαρξή μου, δεν σου φτάνει ;
Ο Πολύκαρπος δε μίλησε κυρ-aurora* μου, αλλά καλύτερα να μιλούσε γιατί θα κάναμε διαγωνισμό ποιος κατεβάζει τα πιο πολλά καντήλια σε cool έκδοση. Αλλά με κοίταξε με ένα ύφος, που δεν με ΄χει κοιτάξει κανείς. Σκέτη υποτίμηση. Και πληγώθηκα, κυρ- aurora* μου, ανεπανόρθωτα.
Στο βλέμμα του Πολύκαρπου , του μπρουτάλ, του λαϊκού, του ντερμπεντέρη είδα το χρόνο που έχω χάσει.
Φαντάστηκα πόσα έχασα που τα χέρια μου δεν μυρίζουν κρεμμύδι και δεν έχω φορέσει ποτέ ποδιά. Τι να τα κάνω εγώ τα εργοστάσια που κελαηδάνε στα χεράκια μου και τις υπογραφές και τις μελέτες, όταν το μόνο που με συνδέει με τον Πολύκαρπο είναι ότι ξέρω πως κάποτε ζούσε ο Στράτος Διονυσίου;
Ένιωσα ξένη στην ίδια μου τη χώρα , κυρ - aurora* μου, αλλούτερο πλάσμα, πάει έχω εξασφαλίσει το να τριγυρνάω σαν την άδικη κατάρα.. να το 'ξερε η μανούλα μου, αχ κυρ- aurora* μου, αχ και ξανά αχ !
Από τότε κυρ- aurora* μου αποφάσισα να επιδοθώ στις οικιακές εργασίες, αλλά τώρα , αν σου πω ότι τα έκανα κάτι , εσύ θα με πιστέψεις;
Όχι βέβαια.
Όλοι αυτοί οι πόνοι, με απασχολούν αγαπητή κυρ- aurora*.. και κυρίως, πού πήγαν τα ελληνικά μου; 'νταξ;
Τι έγινε με τον Πολύκαρπο; Με συγχωρείς κυρ- aurora* μου, αλλά με τόσα projects να τρέχουν ας πάει ο Πολύκαρπος να φτιάξει μέχρι και γιουβαρλάκια…
ΥΓ Το ποστ, αφιερώνεται στις πληγωμένες καρδιές της μπλογκόσφαιρας με μια τεχνική επισήμανση: Εκ πρώτης όψεως όλα μοιάζουν ιδανικά, το αν είναι που μπορεί να είναι – δεν το αποκλείουμε – είναι ζήτημα πειραματισμού και διάθεσης..
Σε καταλαβαίνω και συμπαρίσταμαι στο δράμα σου αγαπημένη φίλη μου, στη θέση σου και Βill Cost να φορούσα… θα το έκλαιγα το τσίτι. Για τα ελληνικά σου δεν ξέρω σε ποιο ΄ρεοδρόμιο τα παράτησες νταξ΄? αλλά για να σε βοηθήσω θα σου στείλω μια συνταγή για γεμιστούλια, γιατί ακόμα και οι άντρες της κλάσης μας, το θέλουνε το γεμιστό τους και μην ξαναεκτεθείς έτσι και δεν κάνει.