
Πετούσα Κυριακή στις 9.15 το πρωί και καθώς από βραδύς έβλεπα το χιόνι να πέφτει, με έπιασε αγωνία πως θα έφτανα στο Σύνταγμα. Δεν διανοήθηκα ότι το μετρό μπορούσε να σταματήσει. Τι στο καλό, σε όλο τον κόσμο χιονίζει και η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Έκλεισα ένα ταξί για καλό και για κακό να με πάει μέχρι εκεί. Πλήρωσα κάτι παραπάνω (4.5€) και όλα καλά, πάω Σύνταγμα, μετά μετρό και φτάνω στο Ελ. Βενιζέλος, κάνει κολασμένη ζέστη μέσα εκεί, που να βγάζω πουλόβερ, κάνω υπομονή, στο αεροσκάφος συνήθως είναι χλιαρά.
Στις 8.30 αποφασίζω να περάσω τον έλεγχο. Μάλλον η τελευταία ήμουν, πίσω μου μόνο ένας βουλευτής. Κι εκεί που τα έχω κατεβάσει όλα, λαπτοπ, ρολόι, παλτώ, κασκώλ, νασου η αναγγελία για καθυστέρηση. Αγνωστον για πότε η αναχώρηση. Εν τω μεταξύ, ντυμένη για χιόνι, έχω καταϊδρώσει. Διψάω και λέω θα πάρω από το μηχάνημα, αφού ως γνωστόν, στο Ελ. Βενιζέλος έτσι και περάσεις έλεγχο στο gate μετά είσαι σαν καταδικασμένος σε πείνα και δίψα. Το μηχάνημα μου τρώει (πεινασμένο κι αυτό) το 0.5€ και νερό δεν μου δίνει. Βγαίνω έξω, αγοράζω και με σφραγισμένο το μπουκάλι και την απόδειξη στο χέρι τολμώ να ξαναμπώ. Χεχε, όχι λέει, θα το πιείτε έξω το νερό. Μα τους λέω, δεν το θέλω όλο και έπειτα δεν ξέρω πότε θα πετάξουμε. Ορίστε, σφραγισμένο είναι. Όχι αυτοί, να το πιω. Όχι εγώ, είμαι άρρωστη τους λέω και πρέπει να πίνω νερό, νερό μέσα δεν έχει, αυτοί. Και τότε βρίσκουμε λύση. Θα μου το φυλάνε αυτοί και όποτε διψάω θα πίνω. Καλό ακούστηκε, το δέχτηκα.
Οι ώρες περνούσαν, το ήπια όλο, οι επιβάτες περιμέναμε, ο (κυβερνητικός) βουλευτής είχε εξαφανιστεί. Κάθε μία ώρα μας έλεγαν ότι σε μία ώρα θα μας πούν πότε θα φύγουμε. Ολες οι άλλες πτήσεις γίνονται κανονικά, η καντεμιά μου λέω θα φταίει. Ο κόσμος να βγαίνει έξω από τη φυλακή του gate, να καπνίζει και να ξαναμπαίνει, να σφυράνε τα μηχανήματα και δώστου ψάξιμο. Ένας νεαρός δήλωσε ότι το χούφτωμα εκείνης της μέρας δεν το είχε ματαπάθει. Ξανά εγώ νερό, αλλά τώρα το ήπια με την ησυχία μου έξω αφού το είχα πάρει απόφαση ότι δεν πετάμε άμεσα. Οι πληροφορίες λένε ότι δεν ήρθε πλήρωμα γιατί δεν είχε πρόσβαση. Ακου τώρα λόγος, εμείς οι επιβάτες φτάσαμε, οι επαγγελματίες δεν είχαν τρόπο να φτάσουν, ρε μονιμότητα τι κάνεις…
Εν τω μεταξύ η χιονόπτωση ξανάχει αρχίσει, ακόμα κι αν έρθουν αεροσυνοδοί, μας βλέπω να μην πετάμε λόγω καιρού. Μετά από 3.3 ώρες μπήκαμε στο αεροπλάνο και φτάσαμε στις ηλιόλουστες Βρυξέλλες. Μετά μάθαμε ότι αφούφύγαμε, έκλεισε ο Βενιζέλος.

Εκεί συμβαίνουν τα εξής. Ανεβοκατεβαίνουμε σκάλες και μετά από κάνα τέταρτο βρίσκουμε τα μπαγκάζια μας, δεν περιμένουμε στον ιμάντα γιατί έτσι κι αλλιώς κάναμε τόσο δρόμο να φτάσουμε εκεί, φτάσανε αυτά πρώτα. Έτσι και δεν είσαι υγιέστατος, δεν φτάνεις με τίποτα, μιλάμε για διαδρομή.
Μερικά που παρατήρησα. 100% των κατοίκων της πόλης φοράνε κασκώλ, 80% μαύρα κοστούμια και γραβάτα (ταγιέρ λόγω κρύου δεν φοράνε), 50% κουβαλάει ένα λαπτοπ. Τα σύγχρονα κτίρια είναι οβάλ και όλο τζάμι.

Είχε ενοχλητικά καλό καιρό. Και λέω ενοχλητικά γιατί με ήλιο δεν βγαίνουν καλές φωτογραφίες κτιρίων, το ένα τμήμα είναι υποφωτισμένο και το άλλο υπερφωτισμένο. Έβγαλα τις χειρότερες φωτογραφίες ever. Οι βραδυνές πάλι χάλια, έκανε κρύο και πάγωνε το χέρι μου μέχρι να ρυθμίσω και μετά δύσκολο να μείνω ακίνητη. Ελπίζω την επόμενη φορά να έχει συννεφιά.
